Εκτύπωση

Βίλα Ροζαλία (διήγημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη

 

 

Ἦταν μεγάλο, πολύ μεγάλο τό σπίτι πού ἦταν ἀπέναντι ἀπό τό δικό μας. Φάνταζε σάν θεόρατος πύργος μιᾶς καί ἦταν χτισμένο σέ κάποιο ὕψωμα. Ἐμεῖς τό ἀποκαλούσαμε «τό ἀρχοντικό» ἤ βίλα Ροζαλία, ὅπως ἔγραφε καί ἡ ἐπιγραφή πού εἶχαν ἀναρτήσει οἱ ἰδιοκτῆτες του στή δεξιά μεριά τῆς ἐξώπορτας. Εἶχε πολλά παράθυρα, τρεῖς ὀρόφους, μεγάλα μπαλκόνια καί μιά ἐπιβλητική δίρριχτη κεραμοσκεπή. Τά βράδια δέν χόρταινες νά τήν βλέπεις καθώς ἦταν φωταγωγημένη μέ ἐξωτερικούς προβολεῖς. Ὅταν γινόταν κάποια μεγάλη δεξίωση, ἔμοιαζε ἀπό μακριά μέ περίλαμπρο παλάτι. Εἶχε χτιστεί τήν δεκαετία τοῦ ᾽50, μέ σχέδια διάσημου γάλλου ἀρχιτέκτονα, ὅπως λέγανε.
Τά δικά μας φτωχικά ἐνοικιαζόμενα καμαράκια - δύο ὅλα κι ὅλα μέ μιά μακρόστενη κουζινίτσα καί τό «μέρος» στήν αὐλή- ἦταν τριακόσια μέτρα πιό κάτω, χωμένα σέ μιά γούβα, κάτω ἀπό τή μεγάλη λεωφόρο πού ἕνωνε τή συνοικία μας μέ τήν πόλη τῆς Καλαμάτας. Οὔτε ἀπορριματοφόρο περνοῦσε ἀπό τόν μικρό μας κατηφορικό χωματόδρομο. Ἀκόμα κι ὁ ὁ ταχυδρόμος ἄφηνε γιά εὐκολία τήν σχεδόν ἀνύπαρκτη ἀλληλογραφία μας στήν μικρή μπακολοταβέρνα, πού βρισκόταν ἐπί τῆς δημοσιάς, πενήντα μέτρα μακριά μας.
Μόνο ὁ μπαρμπα-Ἀναστάσης μᾶς θυμόταν κάθε μήνα, ὁ πλανόδιος ἐμποράκος, πού κατέβαινε ἀσθμαίνοντας τό κατηφορικό μοναδικό μονοπατάκι. Ἐρχόταν μία μέ πέντε μήνα γιά νά πάρει τή δόση γιά ἐμπορεύματα πού μᾶς είχε πουλήσει βερεσέ. Τίς περισσότερες φορές ἔφευγε ἄπραγος λόγῳ ἐλλείψεως χρημάτων! Πάντα ὅμως θά ἔπινε τό καφεδάκι του στό φτωχικό μας καί θά ἔκανε στή συζήτηση καί τό πικρόχολο σχολιάκι του γιά τήν βίλα Ροζαλία, πού φάνταζε σάν τόν λευκό πύργο στήν φτωχογειτονιά μας. «Μεγάλα σκαλοπάτια, μεγάλες δυστυχίες» μᾶς ἔλεγε μέ θυμόσοφο ὕφος ὁ καλοκάγαθος ἐμποράκος, βλέποντας αὐτό τό μεγαθήριο ἀπό μακριά. «Ἔχουν δεῖ πολλά τά μάτια μου, τόσα χρόνια πού γυρνῶ στούς φτωχομαχαλάδες καί δέ λαθεύω ποτές. Ἀκοῦτε με πού σας λέω. Ξέρει ὁ μπαρμπα -Ἀναστάσης», συμπλήρωνε κι σηκωνόταν νά φύγει. «Συγγνώμη, μπάρπα πού δέν μπορέσαμε σήμερα νά δώσουμε κάτι γιά τό χρέος μας», τοῦ ἔλεγε ἡ μάνα μου κι ἐκεῖνος μέ ἕνα διάπλατο χαμόγελο ὅλο καλοσύνη ἀπαντοῦσε: «Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω κυρία Εἰρήνη μου, δέν πειράζει, τήν ἄλλη φορά». Τόν εἴχαμε ἀγαπήσει πολύ αὐτόν τόν ἐμποράκο μέ τό ροδαλό πρόσωπο καί τήν χαρακτηριστική του ἐπαρχιώτικη προφορά. Κι ὅταν μετά ἀπό χρόνια μάθαμε ὅτι μᾶς ἄφησε χρόνους, στό σπιτικό μας ἔπεσε γιά μέρες μιά βαριά θλίψη. Ἐγώ πῆγα σέ μιά γωνιά καί τόν ἔκλαψα, σάν νά εἶχε φύγει ὁ παππούς μου. Ἡ μάνα μου τοῦ ἔκανε κόλλυβα καί τά πῆγε στήν ἐκκλησία νά τοῦ διαβάσει ὁ παπα-Βαγγέλης ἕνα τρισάγιο. Εὐλογημένη καί ταπεινή ψυχούλα ὁ ἐμποράκος τῶν φτωχῶν, ὁ προμηθευτής τῆς ἄδολης ἀγάπης. Ἀκόμα καί τώρα τόν θυμᾶμαι μέ πολλή ἀγάπη κι εὐγνωμοσύνη.
Ἔφυγε ὁ ἀγαπημένος μας ἐμποράκος, ἀλλά τό ἀρχοντικό παρέμενε ἐκεῖ θεόρατο κι ἐπιβλητικό, χωρίς τόν σχολιαστή του! Οἱ πληροφορίες πού εἶχα γιά τά ὑψηλά ἀφεντικά του ἦταν λίγες καί συγκεχυμένες. Μόνο τήν οἰκοδέσποινα τοῦ σπιτιοῦ, τήν κυρία Κατερίνα ἔβλεπα καμμιά φορά στό δρόμο γιά τό σχολειό μου, ὅπου ἀναγκαστικά περνοῦσα μέσα ἀπό μιά μεγάλη ἀλάνα, στήν ἄκρη τῆς ὁποίας βρισκόταν ἡ βίλα. Ἐκείνη τήν ὥρα, συνήθως, γύρω στίς ὀκτώ τό πρωί, ἡ κυρία Κατερίνα ἄνοιγε τό ψηλό παράθυρο τῆς κρεβατοκάμαράς της καί ἅπλωνε τά παπλώματα νά ἀεριστοῦν. Σάν εἶχε καλοσύνη, ἔβγαινε ἕνας ἐκτυφλωτικός ἥλιος καί χάιδευε εὐεργετικά τό μεγάλο ἀρχοντικό, ἀλλά καί τήν ταπεινή μας τήν αὐλή μέ τούς βασιλικούς, τόν δυόσμο, τή φτέρη καί τούς κατηφέδες. Καμμιά φορά καθόμουν καί χάζευα αὐτήν καί τό ἀρχοντικό της καί μέ τήν παιδική μου φαντασία πού ὀργίαζε, ἔπλαθα διάφορα σενάρια γιά τό ἀρχοντολόι τῆς βίλας. Ἀπό μακριά τήν ἔβλεπα πάντα σοβαρή καί σκυθρωπή. Ποτέ της δέν μέ κοίταζε στά μάτια ἤ ἔκανε πώς δέν μέ κοίταζε. Αὐτήν τήν ἐντύπωση μοῦ ἔδινε.
Κάποια φορά συνάντησα στό δρόμο τόν κυρ- Ἀντώνη πού ἔμενε δύο τετράγωνα πιό κάτω ἀπό ἐμᾶς καί ἔκανε πού καί πού κανένα μεροκάματο στή βίλα. Τόν ἤξερα ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια καί εἶχα κάποιο θάρρος ἀπέναντί του. Δέν ἔχασα τήν εὐκαιρία καί τόν ρώτησα γιά τ᾽ ἀφεντικά του, τί ἄνθρωποι εἶναι, μέ τί ἀσχολοῦνται καί ἄλλα σχετικά. Μοῦ ἀπάντησε μέ προθυμία. Μοῦ εἶπε πολλά πράγματα καί στό τέλος ἔβγαλε ἕναν ἀναστεναγμό: «Ἄστα, τά ὑπόλοιπα θά τά ποῦμε ἄλλη φορά» , εἶπε καί κίνησε γιά τήν δουλειά του.
Ἄ! μοῦ διέφυγε νά σᾶς πῶ ὅτι ὅτι ἡ βίλα διέθετε κι ἕναν ὑπέροχο κῆπο μέ λεμονιές, πορτοκαλιές, καλλωπιστικούς θάμνους, γαρύφαλλα - πού μέ τό ἄρωμά τους σοῦ τρύπαγαν τή μύτη-, τριανταφυλλιές ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, ντάλιες κι ὅ,τι ἄλλο φυτό μπορεῖ νά φανταστεῖ κανείς. Ὁ κῆπος αὐτός ἔμοιαζε μέ ἐπίγειο παράδεισο. Ὅμως σέ αὐτόν τόν παράδεισο κατοικοῦσε μιά θλιμμένη καί τραγική φιγούρα, ἡ κυρία Κατερίνα. Ὅπως μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε ὁ κυρ- Ἀντώνης, ἡ κυρία Κατερίνα ζοῦσε μία καθημερινή κόλαση. Προερχόταν ἀπό μιά εὐκατάστατη νησιώτικη οἰκογένεια ὑδραίων ναυτικῶν, ἀλλά ἀπό μικρή εἶχε μελαγχολικές τάσεις πού τίς εἶχε κληρονομήσει ἀπό τή μητέρα της. Ὅταν παντρεύτηκε τόν σημερινό ἰδιοκτήτη τῆς βίλας, τόν κύριο Παῦλο, μεγαλοβιομήχανο - πού μεγαλούργησε ἐπί ἑπταετίας- δέν ἔδειχνε ἐξωτερικά τουλάχιστον ὅτι ἀντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Μέ τόν καιρό ἡ μελαγχολικές της τάσεις ἔγιναν μόνιμη κατάσταση κι ἐξελίχθηκαν σέ βαρύ ψυχιατρικό πρόβλημα. Ὁ κύριος Παῦλος τήν εἶχε πάει στούς καλύτερους καθηγητές ψυχιατρικῆς, ἀκόμη καί στό ἐξωτερικό. Ὅμως μάταια! Ὅλοι τους σήκωναν τά χέρια, καί ὅλοι τους τῆς ἄλλαζαν τήν φαρμακευτική ἀγωγή πού ἔπαιρνε, μήπως καί δεῖ κάποια καλυτέρευση, ἀλλά μάταια.
Μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων ἡ κυρία Κατερίνα εἶχε γίνει ἕνα πραγματικό ψυχικό ράκος. Ἦταν σάν νά μήν ζοῦσε, σάν νά μήν χαιρόταν μέ τίποτε. Τό μόνο πού ἤθελε ἦταν νά ἀπομονώνεται στήν κάμαρή της καί νά ἀκούει μέ τίς ὧρες δίσκους κλασικῆς μουσικῆς, ἰδίως τόν Μότσαρτ, πού τοῦ εἶχε ἰδιαίτερη ἀδυναμία. Δέν εἶχε σχεδόν καμμία ἐπαφή μέ τό κοινωνικό της περιβάλλον, κάτι πού ἔθλιβε ἀφάνταστα τόν κύριο Παῦλο. Οὔτε παιδιά κατάφεραν νά ἀποκτήσουν κι αὐτό ἦταν ἕνας ἀβάσταχτος καημός, πού βάραινε τίς μεταξύ τους ἤδη τεταμένες σχέσεις. Ὁ κύριος Παῦλος καυγάδισε συχνά -πυκνά μέ τήν κυρία Κατερίνα καί τῆς ἔριχνε πάνω της ὅλες τίς εὐθύνες γιά τό κατάντημά της, χωρίς νά μπορεῖ νά δεῖ καθαρά ὅτι ζοῦσε δίπλα σέ μιά ζωντανή νεκρή, ἀνίκανη νά κάνει ὁτιδήποτε γιά νά βοηθηθεῖ. Ἦταν σκληρός ἄνθρωπος, χωρίς εὐαισθησίες καί συναισθήματα. Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν πῶς θά αὐγατίσει τήν ἀπέραντη περιουσία του καί τίποτε ἄλλο!
Ἡ μόνη παρηγοριά τῆς κυρίας Κατερίνας ἦταν ὁ κυριακάτικος ἐκκλησιασμός καί ἡ συνεργασία πού εἶχε στά φιλανθρωπικά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Κατά βάθος, ὁ κύριος Παῦλος δέν συμφωνοῦσε μέ αὐτές τίς δραστηριότητες τῆς συζύγου του - ἴσως καί νά μήν πίστευε ἤ νά πίστευε κάπως χαλαρά κι ὅπως τόν βόλευε- καί πολλές φορές τίς εἰρωνευόταν. Τήν ἄφηνε ὅμως νά βγαίνει τίς Κυριακές καί νά ἀναπτύσσει τήν φιλανθρωπική της δράση, γιατί τῆς ἔκανε καλό στόν ψυχισμό της, ὅπως ἔλεγε. Ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἔβλεπε πώς δέν καυγάδιζαν σχεδόν καθόλου. Ἐκεῖνο μάλιστα πού ἔθλιβε τήν κυρία Κατερίνα ἦταν ἡ παθολογική τσιγκουνιά τοῦ συζύγου της καί τό γεγονός ὅτι δύσκολα ἔβαζε τό χέρι στήν τσέπη γιά φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ἡ καημένη ἡ κυρία Κατερίνα προσπαθοῦσε νά ἐξοικονομεῖ χρήματα γιά τίς φιλανθρωπίες της ἀπό τήν καλή οἰκονομική διαχείριση τῶν χρημάτων πού τῆς ἔδινε ὁ σύζυγος της γιά τά ἔξοδα τοῦ σπιτιοῦ τους καί ἀπό κάποιο ἐνοίκιο πού εἰσέπραττε ἀπό τήν πατρική της περιουσία.
Ὁ κύριος Παῦλος πήγαινε στήν Ἐκκλησία μόνο στίς μεγάλες γιορτές ἤ ἐάν γινόταν ἡ κηδεία ἤ τό μνημόσυνο κάποιου γνωστοῦ ἤ του. Δέν λέω φίλου του, γιατί ἀμφιβάλλω ἐάν εἶχε κάποιο φίλο μέ τόν δύσκολο χαρακτήρα πού διέθετε. Κι ὅταν ἔμπαινε στήν Ἐκκλησία, ἄναβε μέ τό ζόρι ἕνα κεράκι κι ἔκανε πώς ἀσπαζόταν τίς εἰκόνες. Οὐσιαστικά δέν ἀκουμποῦσε καν τά χείλη του. Εἶχε ὕφος ὑπουργοῦ ἤ τέλος πάντων, ἀνώτατου ἀξιωματούχου τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἐπί δικτατορίας ὅλοι τόν ἔτρεμαν, γιατί ἤξεραν τίς διασυνδέσεις πού εἶχε μέ τό καθεστώς. Τώρα τόν ἔβλεπαν καί τόν ἀπέφευγαν. Δέν τόν εἶχαν σέ καμμία ὑπόληψη. Ἐκεῖνος ἔβλεπε τήν δικαιολογημένη ὡς ἕνα βαθμό ἐπιφυλακτικότητά τους καί σκύλιαζε. Δέν χαιρετοῦσε ποτέ. Περίμενε οἱ ἄλλοι νά τόν χαιρετίσουν, ἐκτός ἐάν ἦταν κάποιος ἐπίσημος ἀξιωματοῦχος ἤ κάποιος γνωστός βιομήχανος ἤ ἐφοπλιστής. Πάντως, εἴτε πήγαινε στήν Ἐκκλησία εἴτε δέν πήγαινε, ἦταν ἕνα καί τό αὐτό. Ψυχρός καί ἀναίσθητος ἔμπαινε στόν ἱερό ναό, ψυχρός καί ἀναίσθητος ἔβγαινε.
Ἡ καημένη ἡ κυρία Κατερίνα τά ἔβλεπε ὅλα αὐτά καί ἤθελε νά ἀνοίξει ἡ γῆ καί νά τήν καταπιεῖ. Ἤ θά τήν ἔπιανε τό παράπονο καί θά πήγαινε σέ κάποια γωνιά τοῦ ναοῦ νά κλάψει ἤ θά προσπαθούσε μάταια νά τόν δικαιολογήσει στίς κυρίες τοῦ φιλοπτώχου ταμείου. Μόνο ὁ παπα-Εὐάγγελος -πού ἤξερε τόν πόνο της- τήν παρηγοροῦσε καί γνώριζε τόν τρόπο νά φέρνει τόν σύζυγό της στά νερά του. «Ἔχει ὁ καιρός γυρίσματα, κυρία Κατερίνα μου» τῆς ἔλεγε, «δέν ξέρεις τί σχέδιο ἔχει καί γιά τόν κύριο Παῦλο». Ἡ κυρία Κατερίνα παρηγοροῦνταν πρός στιγμή, ἀλλά πάλι λύγιζε καί τήν ἔπιανε τό παράπονο.
Ὅποτε τόν ἔβλεπα τόν κύριο Παῦλο στήν Ἐκκλησία μέ αὐτό τό ὑπεροπτικό του ὕφος , ἀνακατευόμουν μέσα μου. Κρυβόμουν σέ μιά γωνιά κι ἔκανα πώς δέν τόν ἔβλεπα καθόλου. Ἐκεῖνος μοῦ ἔριχνε κάτι λοξές ματιές καί, ὅταν διασταυρώνονταν τά βλέμματά μας, ἔστρεφε ἀλλοῦ τό βλέμμα του. Ἤξερε ποιός εἶμαι καί πού μένω γιατί μέ ἔβλεπε πού περνοῦσα καθημερινά ἀπό τήν μεγάλη ἀλάνα γιά νά πάω στό σχολειό μου. Κάποτε εἶχε ρωτήσει γιά μένα λεπτομερῶς τόν κυρ-Ἀντώνη, ὁ ὁποῖος τόν πληροφόρησε γιά τό πρόσωπό μου, χωρίς νά δώσει ἰδιαίτερη σημασία.
Δέν πέρασε καλά καλά ἕνας μήνας καί συνάντησα τυχαῖα στόν δρόμο τόν κυρ- Ἀντώνη , ὁ ὁποῖος πάνω στή συζήτηση μοῦ εἶπε ἐλαφρῶς θορυβημένος: «Ξέρεις κάτι, ὁ κυρ- Παῦλος μοῦ εἶπε ὅτι σᾶς εἶδε ἕνα βράδυ, ἐσένα καί τή μικρή σου ἀδερφή, πού μπήκατε ἀπό τόν φράχτη τοῦ κήπου του καί τοῦ κλέψατε μιά τσάντα πορτοκάλια. Μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε, μάλιστα, ὅτι ἀπό καιρό σέ ὑποπτευόταν καί ὅτι τώρα ἐπιβεβαιώθηκε. Βέβαια, ἐγώ, ἀντέκρουσα τούς ἰσχυρισμούς του καί τοῦ εἶπα τί πίστευα γιά σένα, ἀλλά ἐκεῖνος ἐπέμενε στήν ἄποψή του».
«Νά μᾶς παρατήσει ἥσυχους ἐμένα καί τήν οἰκογένειά μου τό ἀφεντικό σου καί νά μήν ξανασχοληθεῖ μαζί μας. Ὅταν θά μᾶς πιάνει στό στόμα του νά τό πλένει μέ ροδόσταμο» τοῦ εἶπα καί ἔφυγα θυμωμένος μέ τίς κατηγορίες πού ἄκουσα. «Τόν Μπῆξε, τόν Δεῖξε - ἔλεγα στό δρόμο- , δέν βλέπει πού ἔχει τό ἕνα πόδι του στόν λάκκο, ἔχει τό θράσος κι ἐκστομίζει τέτοιες συκοφαντίες ἐναντίον μου»; Στό μονοπάτι πού ὁδηγοῦσε στό σπίτι κλωτσοῦσα μέ θυμό καί ἱερή ἀγανάκτηση ὅ,τι πέτρα καί ξύλο ἔβρισκα μπροστά μου.
Ὅταν ἔφτασα στό σπίτι, κάναμε οἰκογενειακό συμβούλιο, ἐγώ , οἱ γονείς μου καί ἡ ἀδερφή μου. Ἀποφασίσαμε, λοιπόν, νά δώσουμε μιά σθεναρή ἀπάντηση σέ αὐτόν τόν ἄθλιο συκοφάντη, πού εἶχε θίξει τήν τιμιότητα τῆς οἰκογένειάς μας. Δέν χρειάστηκε, ὅμως, γιατί μᾶς πρόλαβαν τά γεγονότα. Τό μεσημεράκι χτύπησε τήν πόρτα μας ὁ κυρ- Ἀντώνης καί μᾶς ἀνακοίνωσε ὅτι τό ἀφεντικό του ἀνακάλυψε τόν κλέφτη τῶν πορτοκαλιῶν ὅλως τυχαίως καί μᾶς ζητοῦσε συγγνώμη γιά τήν ἄδικη κατηγορία. Μᾶς καλοῦσε μάλιστα νά πᾶμε στόν κῆπο του καί νά κόψουμε ὅσα πορτοκάλια θέλαμε. Ἡ ἀπάντησή μας ἦταν ὁμόφωνη: «Δέν θέλουμε οὔτε αὐτόν οὔτε καί τά καλά του. Ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς νά μήν ξανασχοληθεῖ μέ τήν οἰκογένειά μας καί νά μᾶς ἀφήσει στήν ἡσυχία μας. Ἀρκετά μᾶς διέσυρε».
Ὅταν ἔμαθε τά καθέκαστα μέ τήν συκοφαντία ἡ γειτονιά μας, χύμηξε κυριολεκτικά νά τόν φάει. Τόν περιέλουσε μέ τά ἀνάλογα κοσμητικά ἐπίθετα ἀπό τήν κορφή ὥς τά νύχια κι ἔσπευσε νά μᾶς συμπαρασταθεῖ μέ κάθε τρόπο. Τότε, λειτουργοῦσε ἡ ἀλληλεγγύη τῆς γειτονιᾶς, γιατί ὅλοι μας ἤμασταν στόν ἴδιο παρανομαστή, μᾶς ἔτρωγε ἡ φτώχεια καί ἡ μιζέρια καί εἴχαμε συνειδητοποιήσει πώς μόνο ἀγαπημένοι κι ἑνωμένοι θά ἀντιμετωπίζαμε τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς καί τά θηρία τῆς κοινωνίας, πού ζήταγαν εὐκαιρία νά μᾶς κατασπαράξουν.
Θυμᾶμαι, ὅταν ἀρρώσταινα τόν χειμώνα, ἔτρεχαν τά ἀνύπαντρα κορίτσια τῆς κυρα-Λένης νά μέ συνδράμουν μέ κάθε τρόπο: νά μοῦ βάλουν βεντοῦζες, νά μοῦ κάνουν ἐντριβές, νά μοῦ φέρουν μιά καλή τροφή γιά νά δυναμώσω καί, έάν δέν ἔφταναν τά λεφτά γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ γιατροῦ, τσόνταραν κι αὐτές μέ τίς λίγες οἰκονομίες πού εἶχαν. Ἀντίστοιχα κι ἐγώ ἔτρεχα νά τούς κάνω ὁποιοδήποτε θέλημα μοῦ ζητοῦσαν. Τίς εἶχα σάν ἀδερφές μου. Ἤμασταν σάν μιά ἀγαπημένη καί δεμένη οἰκογένεια. Ἀκόμα καί τώρα πού μεγάλωσα κι ἀλλάξαμε σπίτι, δέν ξέχασε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἀνταλλάσσουμε ἐπισκέψεις, συμπαραστεκόμαστε ὁ ἕνας στίς δοκιμασίες του ἄλλου καί χαιρόμαστε στίς χαρές τους σάν νά ἦταν δικές μας.
Ἡ ζωή κυλοῦσε γρήγορα. Τό μεγάλο σπίτι μέ τόν καιρό ὅλο καί πάλιωνε. Μιά μέρα ἔμαθα ὅτι πέθανε ἡ κυρία Κατερίνα ἀπό ἕνα ξαφνικό καρδιακό ἐπεισόδιο. Ἡ κηδεία της εἶχε ὁριστεῖ γιά τίς τρεῖς τό μεσημέρι τῆς ίδιας ἡμέρας στόν ἐνοριακό μας ναό. Δέν ξέρω τί ἔπαθα κι ἕνας κόμπος στάθηκε στόν λαιμό μου. Δέν μποροῦσα νά μιλήσω ἀπό τό σόκ καί τήν συγκίνηση. Χωρίς νά πῶ τίποτα στούς δικούς μου, πῆγα στήν κηδεία ἀπό τούς πρώτους. Οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι ἦταν ἐλάχιστοι, γύρω στά δέκα ἄτομα. Ἀπό τή γειτονιά μας μόνο ἐγώ κι ὁ κυρ- Ἀντώνης. Μόλις μέ εἶδε ὁ κυρ- Ἀντώνης, ἦρθε κοντά μου καί χωρίς νά τό περιμένω μέ φίλησε πατρικά. «Μπράβο, παιδί μου, ἔδειξες ἀνωτερότητα» μοῦ εἶπε καί μέ χτύπησε μέ μιά κίνηση ἐπιδοκιμασίας στόν ὧμο.
Δέν τοῦ εἶπα τίποτα καί πῆγα κοντά στό ψαλτήρι νά βοηθήσω τόν γέροντα ψάλτη τοῦ ναοῦ μας , τόν κύριο Θωμᾶ. «Θέλεις νά πεῖς τάν Ἀπόστολο» ; μοῦ πρότεινε. Δέχτηκα ὁλοπρόθυμα. Θεώρησα ὅτι θά ἦταν ὁ καλύτερος χαιρετισμός στήν πονεμένη ἀπό τά βάσανα της ἀείμνηστη Κατερίνα. Μέ δυσκολία ἔψαλα τόν Ἀπόστολο. Ἡ συγκίνησή μου ἦταν ἐμφανής. Τό κατάλαβε κι ὁ κύριος Παῦλος καί γύρισε καί μέ κοίταξε. Ἡ στάση μου τοῦ εἶχε κάνει μεγάλη ἐντύπωση. Ἦταν συντριμμένος. Ἕνα ψυχικό ἐρείπιο. Στό «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν» πέρασα δίπλα του καί τοῦ ἔδωσα αὐθόρμητα τό χέρι μου νά τόν συλλυπηθῶ. Ἐκεῖνος, μόλις μέ εἶδε, σηκώθηκε ἀπότομα ἀπό τήν καρέκλα, μέ ἀγκάλιασε δακρυσμένος καί μέ φίλησε στά δύο μου μάγουλα, ὅπως φιλάει ὁ πατέρας τόν γιό του πού πάει γιά ταξίδι. «Συγγνώμη γιά ὅλα , παιδί μου» μοῦ εἶπε. «Πέρνα καμμιά μέρα νά σέ δῶ ἀπό τό σπίτι. Τώρα ἀπόμεινα μόνος κι ἔρημος». «Θά ἔρθω τό δίχως ἄλλο» τοῦ ἀποκρίθηκα καί τόν χτύπησα τρεῖς φορές στόν ὧμο σέ ἔνδειξη συμπαράστασης.
Ἦταν Φλεβάρης μήνας κι ὁ οὐρανός κατάμαυρος. Ξαφνικά ξέσπασε μιά τρομερή μπόρα. Ἔτρεξα γρήγορα γρήγορα νά πάω στό σπίτι μου γιά νά μήν γίνω λούτσα. Στό δρόμο καθώς ἔτρεχα, μοῦ φαινόταν πώς πέταγα. Ἔνιωθα ἀνάλαφρος σάν πουλάκι. Εἶχε φύγει ἕνα βάρος ἀπό μέσα μου.
«Θά πάω τήν ἄλλη μέρα νά ἐπισκεφτῶ τόν καημένο τόν κύριο Παῦλο, σκέφτηκα καί μέ γρήγορο τρέξιμο σάν τοῦ ζαρκαδιοῦ ἔφτασα σέ δύο λεπτά στό φτωχικό μας...

15 / 02 / 2019