Εκτύπωση

Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν (ποίημα Ορέστη Αλεξάκη)

 


Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια

μέσ' από τ' ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινές τους φλέβες να φουσκώνουν

μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές του ανέμου

Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκαλά τους απ' το βάρος
και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ' ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει.

Ορέστης Αλεξάκης

(Ο ληξίαρχος, 1989 - Υπήρξε. Επιλεγμένα ποιήματα, 1999)